μελαινίς


μελαινίς
μελαινίς, ίδος, ἡ, die schwarze, nächtliche, Beiwort der Aphrodite in Korinth

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • μελαινίς — μελαινίς, ίδος, ἡ (Α) 1. ως κύριο όν. η Μελαινίς προσωνυμία τής Αφροδίτης στην Κόρινθο («ἧ καὶ Ἀφροδίτη ἡ ἐν Κορίνθῳ ἡ Μελαινὶς καλουμένη νυκτὸς ἐπιφαινομένη ἐμήνυεν ἐραστῶν ἔφοδον πολυταλάντων», Αθήν.) 2. είδος θαλάσσιου δίθυρου κοχυλιού που τό… …   Dictionary of Greek

  • Μελαινίς — the black fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαινίς — the black fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελαινίδα — Μελαινίς the black fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαινίδα — μελαινίς the black fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελαινίδες — Μελαινίς the black fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαινίδες — μελαινίς the black fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελαινίδος — Μελαινίς the black fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαινίδος — μελαινίς the black fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μελαινίδ' — Μελαινίδα , Μελαινίς the black fem acc sg Μελαινίδι , Μελαινίς the black fem dat sg Μελαινίδε , Μελαινίς the black fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μελαινίδ' — μελαινίδα , μελαινίς the black fem acc sg μελαινίδι , μελαινίς the black fem dat sg μελαινίδε , μελαινίς the black fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.